 |
| > 'Αρθρα/Ρεπορτάζ |
 |
| |
Η Μαύρη Κολυμπήθρα
Του Λεωνίδα Αντωνόπουλου
«Τι συνέβη; Έγινε της μόδας το Μάλι και όλοι οι μουσικοί πάνε τώρα εκεί για να βρουν τις ρίζες τους;» μου έλεγε κάποιος με αφορμή τον τελευταίο δίσκο της Dee Dee Bridgewater, το “Red Earth”. «Ή μήπως δεν έχουν τίποτα καινούργιο να γράψουν και πάνε μπας και τους έρθει έμπνευση;» συνέχισε, υπονοώντας, με την ευαίσθητη πολιτική του ορθότητα, ότι η ιστορία της εκμετάλλευσης της Αφρικής από τους Δυτικούς συνεχίζεται σήμερα με άλλα μέσα.

Το χαρτζιλίκι του Αφέντη
Κατ΄ αρχήν έχει δίκιο. Έχω ταξιδέψει στο Μάλι και σε άλλες χώρες της Αφρικής για τον ίδιο λόγο, τη μουσική, και είδα όλους αυτούς τους θαυμάσιους αφρικανούς μουσικούς να πληρώνονται με ένα συμβολικό ποσό, μικρό για τα δικά μας δεδομένα αλλά σημαντικό για εκείνους και τις οικογένειές τους, ώστε να παίξουν σε κάποιο δίσκο ή να πάρουν μέρος σε ένα τηλεοπτικό γύρισμα. Χωρίς ελπίδα να εισπράξουν ούτε ένα ευρώ από τις μελλοντικές πωλήσεις των δίσκων, τις προβολές των ταινιών και των ντοκιμαντέρ στα οποία παίρνουν μέρος. Τα έσοδα από τα δικαιώματα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από την πραγματικότητα των περισσοτέρων μουσικών στη Δύση και ισχύουν μόνο για
τις δισκογραφικές εταιρείες και τους μεσάζοντες, οι αφρικανοί θα εισπράξουν; Οι αφρικανοί καλλιτέχνες δεν είναι φυσικά χαζοί, το γνωρίζουν καλά ότι βρίσκονται έξω από αυτό το παιχνίδι, βασίζουν όμως τη συμμετοχή τους σε κάθε τέτοιο «πρότζεκτ» στην ελπίδα μιας συναυλίας στην Ευρώπη ή την Αμερική και -εξίσου σημαντικό γι’ αυτούς σε κάθε τέτοια ευκαιρία- στον πόθο τους να αποδείξουν επιτέλους στους, πρώην ή νυν, ξένους κατακτητές ότι είναι καλοί μουσικοί και ότι έχουν έναν δικό τους πολιτισμό, μια κληρονομιά που θέλουν να αναγνωριστεί από τους κληρονόμους του παλιού τους «αφέντη». Υπάρχει περηφάνια πίσω από όλο αυτό και πάθος για τη μουσική που στη σημερινή Αφρική έχει ελάχιστες ευκαιρίες να καταγραφεί σε έναν δίσκο και να μείνει με τον τρόπο αυτό στην ιστορία. Οι δικές τους ευκαιρίες στο Μάλι, τη Σενεγάλη, το Καμερούν, την Ακτή του Ελεφαντοστού, στις αποικίες της Δυτικής Σαχάρας είναι η χαρτούρα σε ένα πανηγύρι και, για τους πιο τυχερούς, ένα μεροκάματο που οι παραμυθιασμένοι Δυτικοί παραγωγοί τους το δίνουν και τους λένε και «ευχαριστώ». Γιατί όχι λοιπόν;
Παραμυθιασμένοι ή υποψιασμένοι;
Από την άλλη, οι παραμυθιασμένοι Δυτικοί καλλιτέχνες επίσης δεν είναι χαζοί. Τα περί «στερημένης έμπνευσης» είναι ένα προπέτασμα καπνού, ένα εφέ που χρησιμοποιούν εκείνοι που βαριούνται ή δεν έχουν βρει τα εργαλεία, να ερμηνεύσουν τη νέα μουσική πραγματικότητα. Ο Ry Cooder που το 1992 πήγε και ηχογράφησε με τον Ali Farka Toure έναν άψογο μουσικό διάλογο (στο “Talking Timbuktu”) αποκαλύπτοντας όχι τις ρίζες των μπλουζ και του ροκ αλλά τα κοινά ακούσματα που είχε εκείνος με τον Ali Farka, ο Robert Plant των Led Zeppelin που έχει κάνει δεύτερο σπίτι του τη Δυτική Αφρική από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 (πρώτα στο αγαπημένο του Μαρόκο και ύστερα στο Μάλι) και έπαιξε τεράστιο ρόλο μαζί με τη γαλλική κολεκτίβα των Lo Jo ώστε να γίνει γνωστό το περίφημο «Φεστιβάλ στην Έρημο» και μαζί με αυτό δεκάδες άγνωστα μέχρι τότε ονόματα μαλινέζων μουσικών, ο μουσικός ταξιδευτής Manu Chao που εμφανίστηκε την επόμενη 
χρονιά στο φεστιβάλ ενώ παράλληλα έκανε την παραγωγή στο άλμπουμ του ντουέτου των τυφλών μουσικών του Μάλι Amadou et Mariam (το “Dimanche a Bamako” του 2005) με το οποίο έγιναν γνωστοί σε ασύγκριτα μεγαλύτερο κοινό από των λίγων μυημένων που κυνηγούσαν τα δισκάκια τους από εταιρεία σε εταιρεία, ο Damon Albarn των Blur ο οποίος και στο φεστιβάλ της ερήμου εμφανίστηκε και ένα θαυμάσιο άλμπουμ ηχογράφησε (“Mali Music”, 2002) βάζοντας σε πρώτο πλάνο τους μαλινέζους μουσικούς και τη μουσική τους, ο παθιασμένος με την έρημο κιθαρίστας Justin Adams, ο οποίος ταξίδεψε στις χώρες της Δυτικής Σαχάρας, έπαιξε στο φεστιβάλ και επέστρεψε φέτος με μια εντυπωσιακά διακριτική παραγωγή στο άλμπουμ των Τουαρέγκ μουσικών Tinariwen (“Aman Iman”, 2007) το οποίο βρίσκεται σήμερα στο Τοπ 10 των world music πωλήσεων στην Αγγλία, ο βετεράνος πιανίστας της τζαζ Hank Jones ο οποίος το 1995 συνεργάστηκε με τον μαλινέζο ομόλογό του Cheik Tidiane-Seck επί ίσοις όροις (“Sarala”), ο τρομπονίστας της φρι τζαζ Roswell Rudd ο οποίος έκανε το ίδιο και ακόμη πιο δημιουργικά με τον μαλινέζο δεξιοτέχνη του παραδοσιακού «κόρα» Toumani Diabate στο συγκλονιστικό “Mali Cool” του 2002 ενώ εμφανίστηκε και στο εν λόγω φεστιβάλ της ερήμου, η σπουδαία κυρία της τζαζ Dee Dee Bridgewater που ηχογράφησε το δυναμικό “Red Earth” το 2006 με μια στρατιά θαυμάσιων μουσικών λιγότερο ή περισσότερο γνωστών και φέτος το καλοκαίρι περιοδεύει με μία επίλεκτη ομάδα μαλινέζων στην Ευρώπη (στην Ελλάδα θα δώσουν δύο συναυλίες, στις 25 και 27 Ιουλίου σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη αντίστοιχα), όλοι αυτοί τέλος πάντων δεν είναι με τίποτα καλλιτέχνες στερημένοι έμπνευσης. Παραμυθιασμένοι πέραν του δέοντος με την επιστροφή στις αφρικάνικες ρίζες, ίσως. Αλλά η μετριοπάθεια και η κρύα καρδιά είναι για εμάς τους δημοσιογράφους όχι για τους μουσικούς που μετουσιώνουν ερεθίσματα, που μπορεί να είναι κοινωνικά, πολιτικά και ιστορικά μαζί, σε ήχους, και που ζητούν αφορμές για να προσδιορίσουν το πνεύμα της εποχής μας κάνοντάς το μουσική.
Το νερό της γνώσης
Τέτοιες αφορμές η Δυτική Αφρική, και ακόμη περισσότερο το Μάλι, έχει πολλές. Είναι η γη των σκλάβων που έφτασαν στη Δύση και έδωσαν στην τζαζ, τα μπλουζ και το ροκ τον «μπάσταρδο» χαρακτήρα τους. Η γη που υποφέρει περισσότερο από τα δεινά που άφησε πίσω της η αποικιοκρατία. Η γη των σημερινών μεταναστών στις χώρες της Δύσης οι οποίοι σκλαβώνονται για δεύτερη φορά. Η άγνωστή γη που τα μεταφορικά μέσα και η τεχνολογία έφεραν επιτέλους πιο κοντά μας. Η γη που βρίσκεται πιο κοντά στο παρελθόν της Αφρικής, τις παραδοσιακές κοινωνίες και την προφορική μετάδοση της γνώσης. Είναι λοιπόν μια βουτιά στην κολυμπήθρα ενός παρελθόντος που μέσα του επιπλέουν κύτταρα του δυτικού πολιτισμού. Βουτιά σε μια κολυμπήθρα με νερό της γνώσης για το δικό μας σήμερα που φτιάχνεται καθημερινά στις πολύγλωσσες και πολύχρωμες γειτονιές του Λονδίνου, του Παρισιού, της Νέας Υόρκης, της Αθήνας... Και, αντιθέτως με τη θρησκεία όπου το βάπτισμα επικαλείται την άνωθεν επιφοίτηση, στη «μαύρη κολυμπήθρα» είναι η γνώση που προηγείται του βαπτίσματος.
© Σε διαφοροποιημένη μορφή, το άρθρο δημοσιεύτηκε στο ένθετο "Ποντίκι-Art", 14/6/2007. Εάν χρησιμοποιήσετε οποιοδήποτε μέρος του μην ξεχάσετε να αναφέρετε την πηγή. Για ερωτήσεις επικοινωνήστε με το W&M. Ευχαριστούμε