 |
| > 'Αρθρα/Ρεπορτάζ |
 |
| |
Το σάουντρακ της διαμαρτυρίας
Του Μάκη Μηλάτου
Όσο τα πράγματα θα ζορίζουν και η λαϊκή διαμαρτυρία θα ψάχνει ένα σάουντρακ, τόσο η world music θα κερδίζει έδαφος, καταλαμβάνοντας τον χώρο που κάποτε (υποθέσαμε πως) κάλυψε το punk, άλλο αν δεν το 'κανε τελικά, όπως μπορούμε να καταλάβουμε μετά από τόσα χρόνια. Οι Sex Pistols δεν είχαν άποψη αλλά μόνο οργή, οι Ramones ήταν πολύ συντηρητικοί και οι περισσότεροι απ' όσους έγιναν γνωστοί δεν έδειξαν και μεγάλη διάθεση για την πολιτική. Μονάχα οι Clash και ο Jelo Biafra υπήρξαν συνεπείς σε μία πολιτική στάση, καθώς και διάφορες κολεκτίβες τύπου Crass που όμως έμειναν στο περιθώριο. Άλλωστε το δαχτυλίδι των αρραβώνων μεταξύ punk και world το πέρασε ο Joe Strummer πολλά χρόνια πριν, τότε που ξεκινούσαν όλα. Το στερεότυπο που έχουν φτιάξει τα lifestyle περιοδικά γι' αυτή την υπόθεση (και οι ανόητοι δημοσιογράφοι που το αναπαράγουν χωρίς να ξέρουν τίποτα ολοκληρωμένο για τίποτα) είναι πως τα παλιά φρικιά μεγάλωσαν και το γύρισαν στο έθνικ, ακλουθώντας ανατολίτικες θρησκείες, "ταξίδια ζωής" στην Ινδία και αλλού, επαρχιακά πανηγύρια τύπου Ικαρίας, reggae συνήθειες ζωής, περιπλανήσεις και camping, dub ψυχεδέλειες και χίπικες συνήθειες. Κι όμως το ίδιο το punk κινήθηκε έγκαιρα προς αυτή την κατεύθυνση, φλερτάροντας με έθνικ στοιχεία από νωρίς, πράγμα φυσικό αν αναλογιστεί κανείς ότι η μουσική του δρόμου είχε (και έχει) για τροφοδότες τους μετανάστες και τους ήχους που έφερναν μαζί τους.

Στα εξαθλιωμένα προάστια και στα -τσακισμένα από την Θάτσερ- σπιτικά, ξεπήδαγαν ήχοι από την Τζαμάικα, από την Αφρική αλλά και το rock 'n' roll της στιγμής. Νάτο το χαρμάνι των Clash, η μουσική του δρόμου της γειτονιάς τους ανακατεμένη με την μουσική των λευκών πιτσιρικάδων (διότι ως γνωστόν, "όλοι Αλβανοί είμαστε").
Άλλωστε η ίδια η reggae του Bob Marley που είχε αρχίσει να εξαπλώνεται λίγο πριν, ήταν πιο punk κι απ' το punk.
Πολλοί από τους καταφρονεμένους αυτού του κόσμου είναι μετανάστες ή κάτοικοι του Τρίτου Κόσμου, εξαθλιωμένοι παριάδες μιας χορτασμένης Δύσης. Γρήγορα το punk έγινε θεσμός, προϊόν, η οργή έγινε λεφτά και επιτυχία, όσοι επέμεναν σε πολιτικές θέσεις και απόψεις έγιναν γραφικοί, σκονισμένοι ήρωες κάτω από μία στοίβα χαρτιά με business plans. Όπως ίσως θα θυμούνται οι παλιότεροι, τύποι σαν τον Strummer ή τον Biafra ζορίστηκαν πολύ για να τα βγάλουν πέρα, ξεχασμένοι και περιθωριοποιημένοι από το ίδιο το σύστημα (αλλά και από τους ακροατές, για να μην ξεχνιόμαστε). Η πολιτική συνείδηση έγινε ντεμοντέ, οι μουσικοί πήραν γραμμή από τις εταιρείες να αποφεύγουν πολιτικές δηλώσεις, οι Crass, οι Subhumans, οι Poison Girls και οι Conflict είχαν ξεχαστεί.
Στα χρόνια που ακολούθησαν τα πράγματα ξεκαθάρισαν, καθώς μια πρόσκαιρη "ευημερία" έκανε τους λευκούς να ξεχάσουν το punk, τις ιδεολογίες, την διάθεση για αγώνα. Διαδίδεται αστραπιαία η άποψη ότι η πολιτική είναι χαμένη υπόθεση και οι πολιτικοί διεφθαρμένοι τύποι που δεν αξίζει να ασχολείσαι. Τα γκέτο όμως είχαν άλλη γνώμη, γιατί εκεί τίποτα δεν άλλαξε. Οι ήχοι από τις πατρίδες τους συνέχιζαν να ξεχύνονται στους δρόμους, μόνο που τα μικρά λευκά παιδάκια απουσίαζαν για να τ' ακούσουν. Είχαν μετακομίσει κάπου καλύτερα ή έμεναν μακριά από "κακές παρέες". Η επικοινωνία διακόπηκε αλλά ο αρραβώνας είχε γίνει ήδη. Συγκροτήματα όπως οι Chumbawamba, οι Pogues, οι Levellers, οι Mano Negra, οι Mescaleros, οι Cruzados, οι Plugz αλλά και οι Rage Against the Machine, οι Mars Volta, οι Deftones, οι Violent Femmes διατήρησαν τους δεσμούς μεταξύ του punk, της folk και της μουσικής του κόσμου.




Τα παιδιά των μεταναστών, παντού στον κόσμο, ζουν αυτή την διπλή διάσταση: της κουλτούρας από την πατρίδα τους κι αυτό που βιώνουν στον τόπο που ζουν. Όπως οι λευκοί των φτωχικών προαστίων άκουγαν δίπλα τους τους ήχους των μεταναστών, συνέβαινε και το αντίστροφο. Ο ήχος, η ένταση, η οργή του punk πέρασε στις δημιουργίες των μεταναστών. Έχουν ανάγκη από μια σκληρή φωνή που τα λέει στα ίσια κι ο ήχος του punk είναι ό,τι πρέπει.
Οι διαρκείς αναμίξεις στους δρόμους και στις πλατείες γεννάνε τους νέους ήχους. Όσα δεν κατόρθωσε η "αναβίωση του punk" (Green Day, Bad Religion, Rancid, NOFX, Offspring κλπ.) πριν από μερικά χρόνια, που προτίμησε να πουλάει δισκάκια παρά να μιλάει για "ιδεολογίες", το κάνουν με τον καλύτερο τρόπο μουσικοί και συγκροτήματα της world music που όμως χρησιμοποιούν και το punk.
Ο Manu Chao, η M.I.A., οι Ojos de Brujo, οι Tinariwen κρύβουν στον ήχο τους κάτι από το πανκ, κυρίως όμως εκπροσωπούν την φιλοσοφία, την οργή, τη διάθεση διαμαρτυρίας για όσα συμβαίνουν. Καλύπτουν ένα κενό που χάσκει από την δεκαετία του '80. Δεν είναι ροκ σταρς, είναι μουσικοί που κάνουν αυτά που λένε, ζουν όπως τραγουδάνε και η συνέπεια λόγων και έργων είναι στις μέρες μας είναι πράγμα δυσεύρετο όπως το ουράνιο.
Για μια φορά ακόμη το σάουντρακ της διαμαρτυρίας έρχεται από τα γκέτο, από τα προάστια, από τους δρόμους και τώρα πλέον σ' αυτά τα μέρη μόνο αυτοί οι ήχοι ακούγονται.
Τώρα λοιπόν που οι Sex Pistols επανασυνδέονται για μία "αναμνηστική αρπαχτή" (30 χρόνια από τον πρώτο τους δίσκο), ο Manu Chao καλύπτει το κενό τους, τώρα που οι Ramones γίνονται δρόμος, κασετίνες και DVD η M.I.A. είναι πιο πειστική, τώρα που ο Joe Strummer δε ζει πια οι Tinariwen έχουν λόγο να συνεχίζουν να διαμαρτύρονται.
Το punk του 21ου αιώνα δεν θα είναι λοιπόν το hip-hop αλλά η μουσική του κόσμου γιατί οι άνθρωποί της έχουν πολλούς λόγους να είναι οργισμένοι, πεινασμένοι, αδικημένοι. Να είναι στο περιθώριο.
© Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Athens Voice, 4/10/2007. Εάν χρησιμοποιήσετε οποιοδήποτε μέρος του μην ξεχάσετε να αναφέρετε την πηγή. Για ερωτήσεις επικοινωνήστε με το W&M.